Παγκόσμια Ημέρα κατά της Ελονοσίας: 25 Απριλίου 2016
|
25 Απριλίου 2016
Δίνουμε οριστικό τέλος στην Ελονοσία: Αυτό είναι το μήνυμα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για την Ημέρα κατά της Ελονοσίας 2016, το οποίο αντικατοπτρίζει τον στόχο της παγκόσμιας στρατηγικής για την ελονοσία 2016-2030. Η στρατηγική υιοθετήθηκε τον Μάιο 2015 από την Παγκόσμια Συνέλευση Υγείας και αποσκοπεί στη μείωση της νοσηρότητας σε παγκόσμιο επίπεδο κατά τουλάχιστον 90% μέχρι το 2030, στην εξάλειψη της ελονοσίας σε τουλάχιστον 35 νέες χώρες μέχρι το 2030 και στην αποτροπή επανεμφάνισης της νόσου σε μη ενδημικές χώρες. Το 2015, περίπου 3.2 δισεκατομμύρια άνθρωποι -ο μισός πληθυσμός της γης- υπολογίσθηκε ότι βρισκόταν σε κίνδυνο να νοσήσει με ελονοσία, με τον πληθυσμό της υποσαχάριας Αφρικής να βρίσκεται στον υψηλότερο κίνδυνο. Την ίδια χρονιά καταγράφηκαν 214 εκατομμύρια κρούσματα και 438.000 θάνατοι σε όλο τον κόσμο, εκ των οποίων εκτιμάται ότι το 88% των κρουσμάτων και το 90% των θανάτων συμβαίνει στην περιοχή της υποσαχάριας Αφρικής. Μεταξύ 2000-2015, τα κρούσματα στον πληθυσμό με υψηλό κίνδυνο για την ελονοσία μειώθηκαν παγκοσμίως σε ποσοστό 37%, το ποσοστό θνησιμότητας σε όλες τις ηλικίες κατά 60%, ενώ στα παιδιά κάτω των 5 ετών το ποσοστό μειώθηκε κατά 65%. Η ελονοσία (malaria) προκαλείται από το παράσιτο πλασμώδιο της ελονοσίας και μεταδίδεται κυρίως μέσω τσιμπήματος μολυσμένου κουνουπιού του γένους «Ανωφελές» (Anopheles), τα οποία εναποθέτουν τα αυγά τους σε στάσιμο νερό. Τα κουνούπια μολύνονται με τη σειρά τους από ασθενείς (συμπτωματικούς ή ασυμπτωματικούς) με παρασιταιμία και εμφανίζουν μεγαλύτερη δραστηριότητα από το σούρουπο μέχρι την αυγή. ![]() Η κλινική εικόνα της νόσου ποικίλλει από ασυμπτωματική (συνήθως σε άτομα από ενδημικές χώρες που έχουν νοσήσει στο παρελθόν και αναπτύσσουν μερική ανοσία στη νόσο), έως και σοβαρή νόσο και θάνατο. Τα συμπτώματα της νόσου (παροξυσμικό έντονο ρίγος, υψηλός πυρετός, εφίδρωση, γενική αδιαθεσία, κεφαλαλγία και μυαλγίες) εμφανίζονται συνήθως μία έως τέσσερις εβδομάδες μετά τη μόλυνση, ενώ συχνά παρατηρούνται υποτροπές (έως και πέντε χρόνια μετά). Ταξιδιώτες από μη ενδημικές χώρες, που δεν έχουν ανοσία στην ελονοσία, είναι πολύ ευπαθείς στη νόσο όταν μολύνονται.
Η ελονοσία θεραπεύεται αποτελεσματικά εάν διαγνωσθεί εγκαίρως, με την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή και τη χρήση ειδικών κατηγοριών ανθελονοσιακών φαρμάκων.
Στην Ελλάδα η νόσος εκριζώθηκε το 1974. Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσφατα επιδημιολογικά δεδομένα, το ενδεχόμενο επανεγκατάστασης της νόσου είναι υπαρκτό σε ορισμένες περιοχές, όπου συνδυάζεται η παρουσία των κατάλληλων διαβιβαστών (Aνωφελών κουνουπιών), με την παρουσία ασθενών που προέρχονται από ενδημικές για την ελονοσία χώρες. Για την αποτελεσματική και συνολική αντιμετώπιση του συγκεκριμένου προβλήματος είναι απαραίτητη η διατήρηση υψηλού επιπέδου ετοιμότητας για τις υπηρεσίες υγείας, δημόσιας υγείας και περιβαλλοντικής υγείας, σε συνδυασμό με την πρόσβαση στην πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία της ελονοσίας για τον ευάλωτο πληθυσμό. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στον προσφυγικό και μεταναστευτικό πληθυσμό είναι απαραίτητη η εξασφάλιση των απαραίτητων συνθηκών διαβίωσης και η πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας, ανεξαρτήτως νομιμοποιητικών εγγράφων παραμονής στη χώρα, ώστε πιθανά κρούσματα ελονοσίας να διαγιγνώσκονται και θεραπεύονται γρήγορα και αποτελεσματικά για την αποτροπή της περαιτέρω μετάδοσης του παρασίτου στους διαβιβαστές στη χώρα μας. Παράλληλα, επειδή είναι πιθανό κάποιοι πρόσφυγες και μετανάστες να προέρχονται ή να διήλθαν από χώρες όπου η νόσος ενδημεί, οι αρμόδιες υπηρεσίες θα πρέπει να μεριμνήσουν, ώστε να μην δημιουργηθούν hot spots κοντά σε βιότοπους. Επίσης, πρέπει να υπάρξουν συστηματικοί ψεκασμοί σε όλες τις περιοχές στις οποίες εγκαθίστανται ομάδες προσφύγων, ώστε να μην δημιουργηθούν συνθήκες ανάπτυξης της νόσου λόγω παρουσίας Ανωφελών κουνουπιών. |

